γούπα
Смотреть что такое "γούπα" в других словарях:
Γούπα-Καρά — Οικισμός (11 κάτ.) της Κιμώλου. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Κιμώλου του νομού Κυκλάδων … Dictionary of Greek
Kimolos — Gemeinde Kimolos Δήμος Κιμώλου (Κίμωλος) … Deutsch Wikipedia